ἐϋρραφής

ἐϋρρᾰφής, ές, ([etym.] ῥάπτω)
A well-stitched,

ἐϋρραφέεσσι δοροῖσι Od.2.354

, 380;

ἐϋρραφέος παρὰ μηροῦ D.P.940

;

γενύων σφίγκτωρ AP6.233

(Maec.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εϋρραφής — ἐϋρραφής και εὐραφής, ές (Α) ραμμένος καλά, στέρεα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ραφής (< ραφή), πρβλ. νεο ρραφής, πολυ ρραφής] …   Dictionary of Greek

  • ἐυρραφέα — ἐϋρραφέα , ἐυρραφής well stitched neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἐϋρραφέα , ἐυρραφής well stitched masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευραφής — εὐραφής, ές (Α) βλ. εϋρραφής …   Dictionary of Greek

  • ἐυρραφέεσσι — ἐϋρραφέεσσι , ἐυρραφής well stitched masc/fem/neut dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυρραφέος — ἐϋρραφέος , ἐυρραφής well stitched masc/fem/neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυρραφέων — ἐϋρραφέων , ἐυρραφής well stitched masc/fem/neut gen pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.